τοξότης


τοξότης
I
(Αστρον.). Αστερισμός στο νότιο ημισφαίριο. Βρίσκεται ανάμεσα στον Αιγόκερο και στον Σκορπιό και αποτελείται από 298 αστέρες, από τους οποίους 65 φαίνονται με γυμνό μάτι. Ο Τ. έχει επίσης πολλά αστρικά σμήνη και 3 νεφελώματα.
Ο Τοξότης είναι ο νοτιότερος αστερισμός του ζωδιακού. 0 Ήλιος περνάει από τον αστερισμό αυτό από τις 22 Νοεμβρίου ως τις 22 Δεκεμβρίου.
II
Τίτλος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών.
1. Έμμετρο αθηναϊκό περιοδικό. Ιδρύθηκε το 1840 από τον Θ.Γ. Ορφανίδη.
2. Εφημερίδα της Πάτρας, που ιδρύθηκε το 1876.
3. Εβδομαδιαία αθηναϊκή σατιρική εφημερίδα, που ιδρύθηκε το 1888.
4. Αθηναϊκή σατιρική εφημερίδα, που ιδρύθηκε το 1896.
* * *
ο, ΝΜΑ, και δωρ. τ. τοξότας, και θηλ. τοξότις, -ιδος, Α
1. στρατιώτης οπλισμένος με τόξο («ἔκτητο δὲ... χιλίους τοξότας», Ηρόδ.)
2. αστρον. ζωδιακός αστερισμός, ο ένατος κατά σειράν και ο νοτιότερος από τους αστερισμούς τού ζωδιακού κύκλου
3. (στην αρχ. Αθήνα) πολιτοφύλακας
4. στον πληθ. οι τοξότες και οι τοξόται
(στην αρχ.) στρατιωτικά τμήματα, κυρίως από μισθοφόρους Σκύθες, Ποντίους και Κρήτες, τών οποίων βασικό όπλο ήταν το τόξο
νεοελλ.
ζωολ. γένος περκόμορφων ψαριών τού Ινδικού και τού Ειρηνικού Ωκεανού, με πέντε είδη που συγκροτούν την οικογένεια τοξοτίδες και χαρακτηρίζονται από ιδιόμορφη τροφική συμπεριφορά
αρχ.
1. περσικό νόμισμα που είχε ως έμβλημα έναν τοξότη, αλλ. δαρεικός («τοῡ περσικοῡ νομίσματος χάραγμα τοξότην ἔχοντος», Πλούτ.)
2. το θηλ. ἡ τοξότις
α) τοξεύτρια
β) πολεμίστρα από την οποία εκτόξευαν βέλη
γ) το φυτό αρτεμισία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόξον + κατάλ. -της*. Η λ. απαντά και στη Μυκηναϊκή (πρβλ. μυκην. tokosota, πιθ. ανθρωπωνύμιο)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τοξότης — bowman masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξότης — ο 1. αρχαίος στρατιώτης οπλισμένος με τόξο. 2. ως κύρ. όν., Τοξότης, ο ο ένατος αστερισμός του ζωδιακού κύκλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τοξότης — [токсотис] ουσ. а. стрелок из лука, лучник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • τοξόται — τοξότης bowman masc nom/voc pl (doric) τοξότᾱͅ , τοξότης bowman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξοτῶν — τοξότης bowman masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξόταιν — τοξότης bowman masc gen/dat dual (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξόταις — τοξότης bowman masc dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξότην — τοξότης bowman masc acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξότου — τοξότης bowman masc gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοξότῃ — τοξότης bowman masc dat sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.